Έκσταση μέρος δεύτερο «Φεγγαρόλουστες Νύχτες» του Μενέλαου Λουντέμη

Αγάπη χθες βράδυ σε ψιθύρισα μόνο

και μου ‘παν να τραγουδώ σιγότερα.


ΔΕΘΗΚΑΜΕ ΑΠΑΝΩ στην κοσμοαγάπητη τούτη γη με αλλόφρονη λαχτάρα. Αυτό το καλοκαίρι θα μας αποτέφρωνε σα δυο χρυσά απερίσκεπτα έντομα. Το ξέραμε, κι όμως σιμώναμε στη φωτιά μ’ αγάπη, την αγγίζαμε και καίαμε τα φτερά μας.

Μονάκριβο καλοκαίρι!

Μέσα απ’ το βιβλίο του πάθους ξεχώρισαν τη διάπυρη αυτή σελίδα και τη χάρισαν σ’ εμάς.

Θα τη γευόμασταν στάλα στάλα, αργά αργά, σαν αργό ηδονικό θάνατο.

Τις νύχτες που ακινήτου σαν τα φύλλα, που η θάλασσα ληθαργούσε ξέπνοη εκεί κάτω στον κόρφο, μια ασύλληπτη έλξη μας έδενε σφιχτά πάνω στο χλιαρό χορτάρι, όπου οι μεθυσμένοι μας φθόγγοι, τ’ αναφιλητά μας, τα ηδονικά μας ξεφωνίσματα φτάναν ως το φεγγάρι.

Ήταν έτσι σα να σταματούσε αιφνίδια η πορεία του κόσμου, σα να πάθαινε διάλειψη ο παλμός της ζωής.

Η γυναίκα αυτή που ησύχασε σαν αποσταγμένο πουλί μες στην αγκαλιά μου, η γυναίκα αυτή η ελκυστική, και η –σαν αυταπάτη– γλυκιά, δεν ήταν οπτασία. Είναι η γυναίκα που πέρασε απ’ τις ανθρωποβριθείς πολιτείες με κλειστά μάτια, περιμένοντας να βρει εμένα.

Είναι η ανικανοποίητη αποδημητική ύπαρξη με τα γλαυκά μάτια που ήρθε και τοποθετήθηκε σαν Καρυάτιδα κάτω απ’ το ναό της ευτυχίας μας.

Περνούμε τις νύχτες μας όπου μας προφτάσουν. Κοιμόμαστε όπου νυστάξουμε. Παντού έχει θυμάρια και χαμόχορτα και παχιά κλαριά. Τα φυλλώματα αποπνέουνε γλυκιά μοσκοβολιά. Οι αμμουδεροί κόρφοι, οι απάνεμες λαγκαδιές είναι τα σπίτια μας. 

Το ξενικό πουλί που κοιμίζω στο πλάι μου αγαπάει πολύ τα χώματά μας. Είναι τε χώματα που τα πορπατησε ανάλαφρα η δόξα και τ’ ασκητική σάνταλα των σοφών. Από δω πέρασε, οδοιπορώντας, η Ιστορία των λαών, και δω κύλησε καλπάζοντας ο δίφρος του κάλλους.

Ήταν κουρασμένη, πολύ κουρασμένη τη μέρα που την πρώτο είδαν τα μάτια μου. Οι άκαρδοι δρόμοι την είχαν απελπίσει. Τώρα όμως άστραφτε σαν πρωινή δροσιά... Και μ’αγαπά, με μια δίκη της αγάπη, επική.

Από τη στιγμή που αγαπηθήκαμε, δεν χρειαστήκαμε πια τίποτα άλλο. Δεν είχαμε ανάγκη από κανέναν. Δυο μπορούν να κάνουν όλον τον κόσμο – αφού κι ο κόσμος από δυο έγινε.

Μια βραδιά διάφανη, καθώς στέναζε από πάνω μας ο δαφνώνας, είχαμε οι δυο μας μια περιπαθή ομιλία. Μετά από μια μέρα λεπτών επιθυμιών και εκπληρώσεων ξεκουράζαμε τα κεφάλια μας απάνω στους αγκώνες.

Εκεί ήρθε και μας βρήκε αυτή η έλξη, η θερμή έλξη των εκμυστηρεύσεων.

Είχαμε άρχισε από ένα αστέρι που είδαμε να πέφτει. Καθώς διέγραφε κεινο την τροχιά του πάνω απ’ τις Πλειάδες, ένα χέρι άσπιλο –το χερι της– κύλησε σα μουσική πάνω στα μαλλιά μου. Και τότε –δύναμη εξαίσια, θαυματουργική του γυναικείου χεριού!– τ’ αβάσταχτα δεσμά της κόπωσης πέσανε. Το πήρα και το φίλησα με ευλάβεια. Ήταν σα μοσκοβολημένος αφρός.

– Πολύ ωραία ξέρουν να ξεκουράζουν, καλή μου, στην ξανθή σας πατρίδα! Φαίνεται πως θα ‘χετε πολλούς κουρασμένους εκεί κάτου, της λέω γλυκά.

– Οι κουρασμένοι δεν έχουν πατρίδα, καλέ μου. Όλες οι γυναίκες ξέρουν να ξεκουράζουν, φτάνει να θέλουν. Έχω μαζέψει εδώ, πάνω σ’ αυτά τα δάχτυλα, το χάδι όλου του καιρού που σε περίμενα.

– Ναι... είχες κουραστεί πολύ.

– Μόνο όσοι κουράστηκαν πολύ ξέρουν να ξεκουράζουν.

– Μίλησε μου για την πατρίδα σου. Λένε πως θρέφει μονάχα παιδιά, πως, δηλαδή, οι άντρες της παραμένουν παιδιά.

– Ναι, μα τα παιδιά μας πικραίνουν περισσότερο. Λέγανε και για τη δίκη σας πατρίδα πως έθρεφε μόνο εφήβους. Κι όμως αυτοί της οι έφηβοι είναι που τη γέρασαν. Ναι, η πατρίδα μου είναι γεμάτη με παιδιά, μόνο παιδιά, που σε βλάπτουν χωρίς την παραμικρή κακία και που σε θανατώνουν με τη μεγαλύτερη αθωότητα. Ανάμεσα σ’αυτά τα παιδιά πέρασα μια ζωή σκληρών αμφιβολιών χωρίς να μπορώ να βλάψω, μα και χωρίς να μπορώ ν’ αποφύγω το βλάψιμό τους. Δεν ήθελα παρά την ανεξαρτησία μου, και μόλις την απόχτησα, βγήκα να κατακτήσω την αγάπη. Αλίμονο! Σε κάθε βήμα μου ενέδρευε η ματαιότητα... Ώσπου μια μέρα ανακάλυψα πως είμαι ξένη, ξένη κι ολομόναχη. Τότε ρίχτηκα στους δρόμους αναζητώντας το κλίμα μου. Βούλωσα τα αυτιά μου και πήγαινα. Αλίμονο και τώρα! Δεν ήμουν μόνη σε κείνη μονάχα τη γωνιά, ήμουν μόνη παντού. Ύστερα ένα φως άρχισε να με τραβά κατά τα χώματα σας, ένα φως καθαρό, παρήγορο. «Ή εκεί ή πουθενά» έλεγα κυλώντας κι όλο πλησίαζα, «ή εκεί ή πουθενά». Ώσπου έφτασα!

– Κατόπι; Τη ρώτησα αγωνιώντας. Κατόπι;

– Ήμουν έτοιμη να πω «τετέλεσται». Μα ήρθες! Ήρθες! Τώρα μπορώ να πω: π α ν τ ο ύ. Μπορώ να ζήσω παντού.

– Όχι όμως και για πάντα, της λέω περίλυπα.

– Το «για πάντα» κρατάει και μια στιγμή, κρατάει και έναν αιώνα. 

– Το δικό μας είναι μιας στιγμής.

– Θα την κάνουμε αιωνιότητα!

Την έσφιξα δυνατά, τρισευτυχισμένος, απάνω μου. Ήμουν ένας ψεύτης που ήθελα να τη φοβίσω. Πότε είχα σκεφθεί εγώ αυτή τη στιγμή; Και ποτέ μέτρησα το χρόνο; Το τέλος θα ‘ρχότανε μόνο τη μέρα που θα χρειαζότανε να ‘ρθει. Κι εμείς δε θα μπορούσαμε, μα ούτε και θα θέλαμε να το σταματήσουμε.

– Είμαστε μεθυσμένοι... μεθυσμένοι, της λέω σφίγγοντάς τη όλο και πιο θερμά απάνω μου. Οι μεθυσμένοι δεν ξέρουν να μετρούνε. Δεν το ξέρεις;


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ποιήματα που αγαπώ: "Fata Morgana" Νίκος Καββαδίας

Απόσπασμα : "Χαμογέλα, Ρε... Τι Σου Ζητάνε;" Χρόνης Μίσσιος (Συζήτηση με τον Μανόλη στο ψυχιατρείο της Ελευσίνας)

Πωλ Ελυάρ "Των Αλγηδονών Πρωτεύουσα", Paul Eluard "Capitale de Douleur" (Απόσπασμα)